Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

libraire στα ελληνικά
libraire
λέγεται
λιμπρέρ
.
libraire
σημαίνει στα ελληνικά
βιβλιοπώλης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- libraire expert : ειδικός στο βιβλιεμπόριο / βιβλιοπώλης πραγματογνώμονας
- fonds de libraire : αποθέματα βιβλιοπώλη
- imprimeur libraire : τυπογράφος-εκδότης και βιβλιοπώλης
- libraire-imprimeur : βιβλιοπώλης-τυπογράφος
- libraire détaillant : βιβλιοπώλης λιανικής πώλησης
- libraire étalagiste : υπαίθριος βιβλιοπώλης
- libraire d'occasion : παλαιοβιβλιοπώλης
- libraire antiquaire : παλαιοβιβλιοπώλης
- libraire dépositaire : πράκτορας βιβλίων
- libraire commissionnaire : βιβλιοπώλης χονδρικής πώλησης
Subscribe
0 Comments


