Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

liquidité στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
liquidité
λέγεται
λικιντιτέ
.
liquidité
σημαίνει στα ελληνικά
ρευστότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • liquidité / avoir liquide : ρευστά περιουσιακά στοιχεία
  • liquidité : ρευστότητα
  • chambre opaque / "bourse de l'ombre" : αδιαφανής δεξαμενή
  • liquidité / solde en espèces : ρευστότητα
  • situation de trésorerie  (Preferred) / trésorerie : ταμειακή κατάσταση / ταμείο
  • base monétaire / liquidité bancaire : νομισματική βάση
  • RCL / ratio de couverture des besoins de liquidité : αναλογία κάλυψης ρευστότητας (LCR)
  • LPL / ligne de précaution et de liquidité : γραμμή πρόληψης και ρευστότητας
  • taux de réserves / taux de couverture : λόγος ρευστού αποθέματος προς καταθέσεις τραπεζών

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments