Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

local στα ελληνικά
local
λέγεται
λοκάλ
.
local
σημαίνει στα ελληνικά
τοπικός / ντόπιος / χώρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- local : τοπικό
- local : τοπικός
- ARLEM / Assemblée régionale et locale euro-méditerranéenne : ARLEM / Ευρωμεσογειακή Περιφερειακή και Τοπική Συνέλευση
- R-LAN / LAN sans fil : WLAN / ασύρματο τοπικό δίκτυο
- ELENA / Mécanisme européen d'assistance à l'échelle locale dans le domaine de l'énergie : ELENA / Ευρωπαϊκή Υποστήριξη Τοπικής Ενέργειας
- CPLRE / Congrès des pouvoirs locaux et régionaux de l'Europe : Κογκρέσο των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης
- CPLRE / Congrès des pouvoirs locaux et régionaux de l'Europe : Κογκρέσο Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών της Ευρώπης
- VLAN / LAN virtuel : ιδεατό LAN
- Interface nationale locale de secours / BLNI : εφεδρική τοπική εθνική διεπαφή
- PPTF / permis de petit trafic frontalier : άδεια τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας
Subscribe
0 Comments


