Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

loupe στα ελληνικά
loupe
λέγεται
λουπ
.
loupe
σημαίνει στα ελληνικά
φακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- loupe / nodosité : όγκωμα κορμού
- loupe : όγκος
- loupe / sangsue : φακός / εξόγκωμα
- loupe / balayage étalé : μεγέθυνση / λεπτομερής σάρωση
- loupe : λούπος / παρασάρκωμα δένδρου
- loupe Renn : loupe Renn
- compte-fils / loupe de tisserand : φακός υφαντή / μετρητής κλωστών
- loupe à main : μεγενθυντικός φακός χειρός
- loupe de pêche : εντοπιστής ψαριών
- loupe de poche : μεγεθυντικός φακός τσέπης
Subscribe
0 Comments


