Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

marchand στα ελληνικά
marchand
λέγεται
μαρσάν
.
marchand
σημαίνει στα ελληνικά
έμπορας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- marchand : εμπορεύσιμος / καλής ποιότητας
- vendeur / marchand : πωλητής
- marchand : εμπορεύσιμος
- capitaine / commandant : πλοίαρχος
- grossiste / marchand en gros : επιχείρηση χονδρικής πώλησης / χονδρέμπορος
- dealer / marchand de titres : ντίλερ / έμπορος χρηματιστηριακών τίτλων ή εμπορευμάτων που ενεργεί για ίδιο λογαριασμόν
- verdurier / marchand de légumes : μανάβης / οπωροπώλης
- café vert / café marchand : άφρυκτος καφές
- non marchand : μη εμπορεύσιμος
- CIMM / Chambre internationale de la marine marchande : ΔΝΕ / Διεθνές Ναυτικό Επιμελητήριο
Subscribe
0 Comments


