Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mari στα ελληνικά
mari
λέγεται
μαρί
.
mari
σημαίνει στα ελληνικά
σύζυγος / άντρας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mari / époux : άνδρας / σύζυγος
- Maris / République autonome des Maris : Δημοκρατία του Μάρι Ελ
- MARIS / système d'informations maritimes : MARIS
- épouse abandonnée par son mari : σύζυγος που εγκατέλειψε ο σύζυγός της
- insémination par sperme du mari : ομόλογη γονιμοποίηση / γονιμοποίηση από σπέρμα του συζύγου
- reproduction médicalement assistée après le décès du mari : μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση
Subscribe
0 Comments


