Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

marquer στα ελληνικά
marquer
λέγεται
μαρκέ
.
marquer
σημαίνει στα ελληνικά
μαρκάρω / σημειώνω / σημαδεύω / δηλώνω / γράφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- moirure / marque moirée : μουαρέ / υδάτινες εικόνες στο ύφασμα
- réserve / arbre marqué en réserve : προσήμανσις παραμενόντων δένδρων
- marque / marque officielle : επίσημη βεβαίωση
- abeille / hirondelle : σημάδι κοπής
- OHMI / Office de l'harmonisation dans le marché intérieur (marques, dessins et modèles) : Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (Obsolete) / ΓΕΕΑ (Obsolete)
- renommée / notoriété : φήμη και πελατεία / οικονομία σήματος' αξία σήματος' κύρος του εμπορικού σήματος
- marque : σήμα
- marque : σημείο ξηράς
- amer / marque : μάρκα / σήμανση
- marqué : σημασμένος / ιχνηθετημένος
Subscribe
0 Comments


