Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mastic στα ελληνικά
mastic
λέγεται
μαστίκ
.
mastic
σημαίνει στα ελληνικά
στόκος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mastic : μαστίχα
- mastic : μαστίχη
- mastic : στόκος / μαστίχα
- mastic : σφραγιστικό υλικό
- bitumastic / mastic bitumineux : ασφαλτική μαστίχη
- sans mastic : χωρίς στόκο
- cire à luter / mastic à base de cire : στόκος με βάση το κερί
- bois en pate / bois liquide : στόκος ξύλου
Subscribe
0 Comments


