Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

matérialiser στα ελληνικά
matérialiser
λέγεται
ματεριαλιζέ
.
matérialiser
σημαίνει στα ελληνικά
υλοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mesure matérialisée : όργανο συνεχούς ένδειξης
- verticale matérialisée au rayon laser : υλοποίηση κατακορύφου με χρήση δέσμης laser
- créance matérialisée par des obligations : απαιτήσεις που συνίστανται σε ομολογίες
- prêt matérialisé par un titre de créance : δάνειο που έχει ενσωματωθεί σε παραστατικό τίτλο
- matérialiser au fond la verticale de l'emplacement d'une borne en surface : υλοποίηση στο βάθος,της κατακορύφου επιφανειακού σταθερού ορόσημου
Subscribe
0 Comments


