Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

matérialiser στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
matérialiser
λέγεται
ματεριαλιζέ
.
matérialiser
σημαίνει στα ελληνικά
υλοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • mesure matérialisée : όργανο συνεχούς ένδειξης
  • verticale matérialisée au rayon laser : υλοποίηση κατακορύφου με χρήση δέσμης laser
  • créance matérialisée par des obligations : απαιτήσεις που συνίστανται σε ομολογίες
  • prêt matérialisé par un titre de créance : δάνειο που έχει ενσωματωθεί σε παραστατικό τίτλο
  • matérialiser au fond la verticale de l'emplacement d'une borne en surface : υλοποίηση στο βάθος,της κατακορύφου επιφανειακού σταθερού ορόσημου

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments