Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mémoire στα ελληνικά
mémoire
λέγεται
μεμουάρ
.
mémoire
σημαίνει στα ελληνικά
μνήμη / μνημονικό / υπόμνημα / απομνημονεύματα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mémoire : υπόμνημα
- mémoire : προτάσεις
- mémoire : μνήμη
- mémoire / unité de stockage : συσκευή αποθήκευσης
- facture / mémoire : λογαριασμός
- duplique / mémoire en duplique : υπόμνημα ανταπαντήσεως
- réplique / mémoire en réplique : απαντητικό υπόμνημα / υπόμνημα απαντήσεως
- memoire : δικόγραφο
- EEPROM / mémoire morte modifiable électriquement : EEPROM / ηλεκτρικά αποσβέσιμη προγραμματιζόμενη μνήμη ανάγνωσης μόνο
Subscribe
0 Comments


