Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mercenaire στα ελληνικά
mercenaire
λέγεται
μερσενέρ
.
mercenaire
σημαίνει στα ελληνικά
μισθοφόρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mercenaire nucléaire : πυρηνικός μισθοφόρος
Subscribe
0 Comments


