Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

métro στα ελληνικά
métro
λέγεται
μετρό
.
métro
σημαίνει στα ελληνικά
μετρό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- métro / métropolitain : μετρό / υπόγειος σιδηρόδρομος
- métro : υπόγειος σιδηρόδρομος
- métro / métropolitain : μετρό / υπόγειος σιδηρόδρομος
- minitube / mini-métro : μίνι-μετρό / μικρό μετρό
- pré-métro / semi-métro : υπόγειος τροχιόδρομος
- semi-métro / métro léger : αστικός σιδηρόδρομος
- semi-métro / métro léger : μετρό-τράμ
- semi-métro / tramway souterrain : διάδρομος τραμ χαμηλότερος της επιφανείας λεωφόρου
- métroptique / métro-optique : συσκευή οπτικών μετρήσεων
Subscribe
0 Comments


