Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

minage στα ελληνικά
minage
λέγεται
μινάζ
.
minage
σημαίνει στα ελληνικά
ναρκοθέτηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- après minage on procède au chargement du tas de déblais : της υπονόμευσης ακολουθεί φόρτωση της σωρού του κατακερματισμένου υλικού
Subscribe
0 Comments


