Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ministériel στα ελληνικά
ministériel
λέγεται
μινιστεριέλ
.
ministériel
σημαίνει στα ελληνικά
υπουργικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- département / département ministériel : Υπουργείο
- Forest Europe / Conférence ministérielle pour la protection des forêts en Europe : Υπουργική διάσκεψη για την προστασία των δασών στην Ευρώπη / Διυπουργική διάσκεψη για την προστασία των δασών στην Ευρώπη
- CMEAOC / Conférence ministérielle des Etats de l'Afrique de l'Ouest et du Centre pour le transport maritime : υπουργική διάσκεψη των κρατών της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής για τις θαλάσσιες μεταφορές
- CMEAOC / Conférence ministérielle des Etats de l'Afrique de l'Ouest et du Centre sur les transports maritimes : CMEAOC / Υπουργική Διάσκεψη των Κρατών Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής για τις Θαλάσσιες Μεταφορές
- CMCES / Comité ministériel de coordination économique et sociale : Υπουργική Επιτροπή Οικονομικού και Κοινωνικού Συντονισμού
- décret ministériel : υπουργική απόφαση
- accord ministériel : Υπoυργική Συμφωvία
- SMHN / segment ministériel de haut niveau : HLMS / Τμήμα Υπουργικών Εργασιών Υψηλού Επιπέδου
- AM / arrêté ministériel : ΥΑ / υπουργική απόφαση
- arrêté ministériel : υπουργική απόφαση
Subscribe
0 Comments


