Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

miroir στα ελληνικά
miroir
λέγεται
μιρουάρ
.
miroir
σημαίνει στα ελληνικά
καθρέφτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- miroir / miroir hertzien : κάτοπτρο / ανακλόν κάτοπτρο
- miroir : καθρέπτης
- miroir : καθρέφτης
- flache / flachi : επιφάνεια δένδρου γυμνή φλοιού
- miroir : κατοπτρισμένος
- carpe / carpe miroir : κυπρίνος / σαζάνι
- panne / panné : βελούδο παν
- miroitage / disques miroir : απεικόνιση κατά πλήρη αντιστοιχία
- VA / qualité miroir : Ποιότητα επαργύρωσης
- réflecteur / miroir réflecteur : ανακλαστήρας / αντανακλαστήρας
Subscribe
0 Comments


