Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

modéré στα ελληνικά
modéré
λέγεται
μοντερέ
.
modéré
σημαίνει στα ελληνικά
μέτριος / μετριοπαθής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- OPHLM / Office public des HLM : δημόσια υπηρεσία για κοινωνικές κατοικίες
- bien modéré : με έντονη επιβράδυνση
- sous-modéré : με ανεπαρκή επιβράδυνση
- vent modéré : μέτριος άνεμος
- M / Parti modéré : M / Κόμμα Συνασπισμού των Μετριοπαθών
- serrage modéré : χαλαρή σύσφιγξη
- vitesse modérée : μέτρια ταχύτητα
- échauffement modéré / échauffement normal : θέρμανση / κανονική θέρμανση
- érythème modéré à grave : μέτριο προς σοβαρό ερύθημα
- logement à loyer réduit / habitation à loyer modéré : κατοικία με μειωμένο ενοίκιο
Subscribe
0 Comments


