Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

moduler στα ελληνικά
moduler
λέγεται
μοντυλέ
.
moduler
σημαίνει στα ελληνικά
ρυθμίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- moduler : διαμορφώνω
- modulat / onde modulée : διαμορφωμένο κύμα
- modulat / onde modulée : διαμορφωμένο σήμα
- PEACOCK / Développement de logiciel utilisant des modules exécutables en parallèle : ανάπτυξη λογισμικού με τη χρησιμοποίηση ενοτήτων σύνδρομης εκτέλεσης
- module : μέτρο ελαστικότητας / συντελεστής ελαστικότητας
- module : μέτρο / μόντουλο
- modulant / a action progressive : αδιαβάθμιτη συνεχής ρύθμιση
- module / pas diamétral : modul / μέτρο
- modulé : διαμορφωμένος
- module : βαθμίδα / μόντουλ
Subscribe
0 Comments


