Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

moi στα ελληνικά
moi
λέγεται
μουά
.
moi
σημαίνει στα ελληνικά
εγώ / εμένα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- MOI / multiplicité de l'infection : MOI / πολλαπλότητα της λοίμωξης
- moi : το εγώ
- idéal du moi : ιδεώδες του εγώ
- analyse du moi : ανάλυση του εγώ
- frontière du moi : όριο του εγώ
- conscience du moi : συνείδηση του εγώ
- découverte du moi : ανάπτυξη του εγώ
- détérioration du moi : διαταραχή του εγώ
- syndrome d'hypertrophie du moi : σύνδρομο αναφοράς / υπερτροφική ψύχωση
- paranoïa avec hypertrophic du moi : παράνοια υπερτροφίας του Εγώ
Subscribe
0 Comments


