Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mollet στα ελληνικά
mollet
λέγεται
μολέ
.
mollet
σημαίνει στα ελληνικά
γάμπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- \LUM / lompe : κοτόψαρο
- lompe / mollet : κοτόψαρο / κυκλόπτερος
- lompe / MUL : LUM / κοτόψαρο
- brome mou / brome doux : βρόμος ο μαλακός
- oeuf mollet / oeuf à la coque mollet : αυγά βραστά μελάτα
- tour de mollet : περίμετρος γάμπας
- pantalon à mi-mollet : παντελόνι έως το μέσο της κνήμης
- longueur jarret-mollet : εσωτερικά μήκος πίσω μέρους γόνατος-σφυρού
- longueur mollet-cheville : μήκος σφυρού-αστραγάλου
Subscribe
0 Comments


