Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

monnaie στα ελληνικά
monnaie
λέγεται
μονέ
.
monnaie
σημαίνει στα ελληνικά
νόμισμα / ψιλά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- monnaie / monnaie métallique : κέρμα / μεταλλικό νόμισμα
- Monnaie : Εθνικό Νομισματοκοπείο
- monnaie : νόμισμα
- frapper / monnayer : νομισματοκοπείο
- devise / monnaie étrangère : ξένο νόμισμα
- appoint / menue monnaie : ψιλά / κέρματα
- en jeu / en dedans : εντός χρηματιστηριακής τιμής / δικαίωμα με θετική εσωτερική αξία
- CNY / yuan : CNY / ρενμίνμπι-γιουάν
- monnaie : χρήμα
- lingotin / monnaie-lingot : bullion coin
Subscribe
0 Comments


