Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

morue στα ελληνικά
morue
λέγεται
μορύ
.
morue
σημαίνει στα ελληνικά
μπακαλιάρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- morue : κεντρικό δομικό αρμοκάλυπτρο οριζόντιου σταθεροποιητή
- saïda / morue polaire : βορεομπακαλιάρος
- lingue / grande lingue : ποντίκι / μουρούνα
- saïda / morue polaire : POC / βορεομπακαλιάρος
- églefin / MUL : εγκλεφίνος / μπακαλιάρος
- ogac / Morue ogac : GRC / μπακαλιάρος της Γροιλανδίας
- \COW / morue arctique : ναβάγκα / μπακαλιάρος της Αρκτικής
- NOX / bocasses : νοτοθενίδες
Subscribe
0 Comments


