Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

muter στα ελληνικά
muter
λέγεται
μυτέ
.
muter
σημαίνει στα ελληνικά
μεταθέτω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- muter : μεταθέτω
- muter : διακόπτω την αλκοολική ζύμωση
- muter : μεταλλάσσω
- mutant : μεταλλάκτης/μεταλλαγή
- mutant : μεταλλάκτης / ο υποστάς μετάλλαξιν ή μεταλλαγή
- mutant : μεταλλακτός / έχων υποστεί σωματικήν μετάλλαξιν
- muté / moût muet : γλεύκη των οποίων διαταράχθηκε ή σταμάτησε η ζύμωση με την προσθήκη αλκοόλης
- mutant : μετάλλαγμα / μεταλλαγμένος οργανισμός
- réversé / révertant : μετάλλαγμα αναστροφής
- auxotrophe / mutant auxotrophe : αυξότροφη μεταλλαγή
Subscribe
0 Comments


