Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

négociation στα ελληνικά
négociation
λέγεται
νεγκοσιασιόν
.
négociation
σημαίνει στα ελληνικά
διαπραγμάτευση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- négociation : διαπραγμάτευση
- SEQE-UE / SEQE de l'UE : ΣΕΔΕ / σύστημα εμπορίας εκπομπών ΕΕ
- démembrement / négociation séparée : κατάτμηση
- chambre opaque / "bourse de l'ombre" : αδιαφανής δεξαμενή
- jour de cotation / jour de négociation : ημέρα συναλλαγών / ημέρα διαπραγμάτευσης
- négociabilité / facilité de négociation : εμπορευσιμότητα
- CIN/CCCC : INC / INC-FCCC
Subscribe
0 Comments


