Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nervosité στα ελληνικά
nervosité
λέγεται
νερβοζιτέ
.
nervosité
σημαίνει στα ελληνικά
νευρικότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nervosité : εκνευρισμός / νευρικότητα
- nervosité de frisure : ισχύς επαναφοράς κατσαρώματος
Subscribe
0 Comments


