Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nettoyage στα ελληνικά
nettoyage
λέγεται
νετουαγιάζ
.
nettoyage
σημαίνει στα ελληνικά
καθάρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nettoyage : καθαρισμός
- nettoyage / dépollution : (απο)καθαρισμός/εξυγίανση
- nettoyage : κάθαρση
- lavage / nettoyage : πλύσιμο
- balayage / nettoyage : σάρωση
- nettoyage / dégraissage : απολίπανση
- criblage / nettoyage : ξεκαθάρισμα / απομάκρυνση ψηφιακών αχρήστων
- nettoyage : καθαρισμός συστήματος
- nettoyage / prétaille : προπαρασκευαστικό κλάδεμα / προπαρασκευαστική κλάδευση
- nettoyage / entretien de puits : καθαρισμός / συντήρηση γεώτρησης
Subscribe
0 Comments


