Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nicher στα ελληνικά
nicher
λέγεται
νισέ
.
nicher
σημαίνει στα ελληνικά
φωλιάζω / τρυπώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- airer / nicher : φωλιάζω / κάνω τη φωλιά
- source / fontaine : προεξοχή τοφοδοσίας
- niche / refuge : καταφύγιο
- niche : σπιτάκι σκύλου
- niche : κόγχη,"αλκόβα"
- niche : φωληά
- niche : εσοχή τοιχώματος / κοιλότητα τοιχώματος
- niche / niche écologique : οικολογικός θώκος,οικολογική φωληά
- niche / créneau : θέση σε εξειδικευμένο προσοδοφόρο μικρό τομέα της αγοράς
- niche à chien / doghouse : προεξοχή τροφοδοσίας
Subscribe
0 Comments


