Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nominal στα ελληνικά
nominal
λέγεται
νομινάλ
.
nominal
σημαίνει στα ελληνικά
ονομαστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nominal : ονομαστικός / διαβαθμισμένος
- nominal : ονομαστικό
- capacité / Capacité nominale : ονομαστική χωρητικότητα
- prix réel / prix nominal : πραγματική τιμή
- Félin / Fonds d'Etat libre d'intérêt nominal : δημόσια ομόλογα με αποκοπτόμενα κουπούνια / κρατικό χρεόγραφο απαλλαγμένο από ονομαστικό επιτόκιο
- FELIN / fonds d'Etat libres d'intérêt nominal : γαλλική ομολογία zero coupon
- action SVN / action sans valeur nominale : μετοχή χωρίς ονομαστική αξία
- SVN / action SVN : μετοχή χωρίς ονομαστική αξία
- SVN / sans valeur nominale : χωρίς ονομαστική αξία
- PIB nominal / PIB en valeur : ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές
Subscribe
0 Comments


