Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

novice στα ελληνικά
novice
λέγεται
νοβίς
.
novice
σημαίνει στα ελληνικά
πρωτάρης / νεόβγαλτος / δόκιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mousse / novice : μούτσος / ναυτόπαιδο
- novice / néophyte : αρχάριος / νέος χρήστης
- novice / néophyte : αρχάριος / νεοδίδακτος
Subscribe
0 Comments


