Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

occasionner στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
occasionner
λέγεται
οκαζιονέ
.
occasionner
σημαίνει στα ελληνικά
προξενώ / προκαλώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • NIPTS / déplacement permanent du seuil occasionné par le bruit : θορυβογενής μόνιμη ανύψωση στάθμης κατωφλίου ακοής / θορυβογενής ΜΑΚ.Αποτέλεσμά της είναι η λεγόμενη θορυβογενής βαρυκοϊα
  • dommage occasionné à soi-même : εκούσιος αυτοτραυματισμός
  • tension résiduelle occasionnée au revêtement : παραμένουσα τάση στην επένδυση
  • franc de dommages occasionnés par les glaces : ρήτρα εξαίρεσης πάγου
  • dépenses administratives occasionnées par le transit : διοικητικές δαπάνες διαμετακόμισης
  • clause de changement de voyage occasionné par les glaces : ρήτρα παρέκκλισης πλοίου λόγω πάγου
  • risque de changement de voyage occasionné par les glaces : κίνδυνος παρέκκλισης πλοίου λόγω πάγου
  • dégât occasionné en surface par les affaissements miniers : ζημίες που προκλήθηκαν στην επιφάνεια λόγω καθιζήσεων
  • inventaire des dommages occasionnés aux forêts par la pollution atmosphérique : απογραφή των ζημιών που προκαλούνται στα δάση από την ατμοσφαιρική ρύπανση

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments