Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

occasionner στα ελληνικά
occasionner
λέγεται
οκαζιονέ
.
occasionner
σημαίνει στα ελληνικά
προξενώ / προκαλώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- NIPTS / déplacement permanent du seuil occasionné par le bruit : θορυβογενής μόνιμη ανύψωση στάθμης κατωφλίου ακοής / θορυβογενής ΜΑΚ.Αποτέλεσμά της είναι η λεγόμενη θορυβογενής βαρυκοϊα
- dommage occasionné à soi-même : εκούσιος αυτοτραυματισμός
- tension résiduelle occasionnée au revêtement : παραμένουσα τάση στην επένδυση
- franc de dommages occasionnés par les glaces : ρήτρα εξαίρεσης πάγου
- dépenses administratives occasionnées par le transit : διοικητικές δαπάνες διαμετακόμισης
- clause de changement de voyage occasionné par les glaces : ρήτρα παρέκκλισης πλοίου λόγω πάγου
- risque de changement de voyage occasionné par les glaces : κίνδυνος παρέκκλισης πλοίου λόγω πάγου
- dégât occasionné en surface par les affaissements miniers : ζημίες που προκλήθηκαν στην επιφάνεια λόγω καθιζήσεων
- inventaire des dommages occasionnés aux forêts par la pollution atmosphérique : απογραφή των ζημιών που προκαλούνται στα δάση από την ατμοσφαιρική ρύπανση
Subscribe
0 Comments


