Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ocre στα ελληνικά
ocre
λέγεται
οκρ
.
ocre
σημαίνει στα ελληνικά
ώχρα / ώχρινος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ocre : ώχρος / λάθυρος ο ώχρος
- ocre : ώχρα
- cicerole / gesse ocre : λάθυρος ο ώχρος
- codon ocre : ωχρό κωδικόνιο
- bismuthocre / ocre de bismuth : βισμίτης / βισμουθιακή ώχρα
- ocre calcinée : ψημένη ώχρα / κόκκινη ώχρα
Subscribe
0 Comments


