Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

opposé στα ελληνικά
opposé
λέγεται
οποζέ
.
opposé
σημαίνει στα ελληνικά
αντίθετος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- opposé : αντίθετος
- hélice / éjecteur à vis : ελικοειδής διασκορπιστής / σπειροειδής διασκορπιστής
- ESOPE / emprunt à sensibilité opposée : ανοδική και καθοδική ομολογία / δάνεια με αντίρροπη ευαισθησία
- opposant : ο ανακόπτων
- s'opposer à : εγείρω ένσταση
- page opposée / page contiguë : απέναντι σελίδα
- bord opposé : αντίθετο άκρο
- tiers opposant : τριτανακόπτων
- services opposés / services passants : διαδικασία φορτώσεως(του θαλαμίσκου)
- polarité opposée : αντίθετη πολικότητα
Subscribe
0 Comments


