Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

oreiller στα ελληνικά
oreiller
λέγεται
ορεγέ
.
oreiller
σημαίνει στα ελληνικά
μαξιλάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- oreiller : προσκέφαλο
- taie d'oreiller : μαξιλαροθήκη
- enfouissement de la tête dans l'oreiller : κατάχωσις της κεφαλής στο μαξιλάρι
Subscribe
0 Comments


