Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ostéoporose στα ελληνικά
ostéoporose
λέγεται
οστεοπορόζ
.
ostéoporose
σημαίνει στα ελληνικά
οστεοπόρωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
