Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pâleur στα ελληνικά
pâleur
λέγεται
παλέρ
.
pâleur
σημαίνει στα ελληνικά
χλωμάδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pâleur : ωχρότητα
- pâleur : λευκό τρίχωμα ζώων / άχρωμο τρίχωμα ζώων
- pâleur : ωχρότης
- pâleur de la papille : θηλεοειδικός αποχρωματισμός
- syndrome d'Ombrédanne / syndrome pâleur-hyperthermie : σύνδρομο OmbrΓdanne / μετεγχειρητικό σύνδρομο ωχρότητας-υπερθερμίας
- syndrome pâleur-hyperthermie : σύνδρομο Ombredanne / μετεγχειρητικό σύνδρομο ωχρότητας-υπερθερμίας
Subscribe
0 Comments


