Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

paralysé στα ελληνικά
paralysé
λέγεται
παραλιζέ
.
paralysé
σημαίνει στα ελληνικά
παράλυτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- paralysé / paralytique 2)paralytique : παράλυτος / παραλυτικός
- paralyser : γίνομαι χωλός
- PSP / "Paralytic Shellfish Poison" : PSP / παραλυτική τοξίνη των μαλακίων
- action paralysante : παραλυτική δράση
- bâton à choc électrique / matraque à décharge électrique : ράβδος ηλεκτροσόκ
Subscribe
0 Comments


