Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

paroisse στα ελληνικά
paroisse
λέγεται
παρουάς
.
paroisse
σημαίνει στα ελληνικά
ενορία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- paroisse / freguesia : πολιτική ενορία
- paroisse civile : πολιτική ενορία
- Assemblée de paroisse : Κοινοτικό Συμβούλιο / Συνοικιακό Συμβούλιο
- Organe exécutif de la paroisse : Κοινοτική Εκτελεστική Επιτροπή / Συνοικιακή Εκτελεστική Επιτροπή
- Membre de l'assemblée de paroisse : Συνοικιακού Συμβουλίου / Μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου
- Bureau de l'assemblée de paroisse : Συνοικιακού Συμβουλίου / Προεδρείο του Κοινοτικού Συμβουλίου
- Président de l'exécutif de la paroisse : Πρόεδρος της Κοινοτικής Επιτροπής / Συνοικιακής Εκτελεστικής Επιτροπής
- Président de l'assemblée de la paroisse : Συνοικιακού Συμβουλίου / Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου
- Adjoint au président de l'exécutif de la paroisse : Συνοικιακής Εκτελεστικής Επιτροπής / Μέλος της Κοινοτικής Εκτελεστικής Επιτροπής
Subscribe
0 Comments


