Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

parure στα ελληνικά
parure
λέγεται
παρύρ
.
parure
σημαίνει στα ελληνικά
κόσμημα / στολίδια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- parure : ξακρίσματα / ξακρίδια κρέατος
- plume de parure : φτερά στολισμού
- parure du livre : διακόσμηση βιβλίου
- article de parure : είδη στολισμού
- parure de piercing : συναρμολογούμενα στελέχη που εισάγονται σε διατρηθέντα μέρη του ανθρωπίνου σώματος
- bouton servant à la parure : διακοσμητικό κουμπί
- éventail formé de plumes de parure : βεντάλια κατασκευασμένη από φτερά στολισμού
Subscribe
0 Comments


