Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

paume στα ελληνικά
paume
λέγεται
πομ
.
paume
σημαίνει στα ελληνικά
παλάμη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- palme / paume : παλάμη / 0,1016 m
- soc paumé / patte d'oie : υνί με κλειστά φτερά
- paume de la main : παλάμη / χειροπαλάμη
Subscribe
0 Comments


