Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pause στα ελληνικά
pause
λέγεται
ποζ
.
pause
σημαίνει στα ελληνικά
ανάπαυλα / διάλειμμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pause / période de repos : περίοδος ανάπαυσης
- pause / temps de repos : διάλειμμα
- pause : παύση / διακοπή
- pause / repos : παύση / διάλειμμα
- pause / silence : σιωπή
- pause / arrêt de chronologie : διακοπή της αντίστροφης μέτρησης
- pause / temps de repos : διάλειμμα / διακοπή εργασίας
- pause thé : διάλειμμα για τσάι
- pause café : διάλειμμα για καφέ
- pause de midi : μεσημβρινό διάλειμμα
Subscribe
0 Comments


