Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

peindre στα ελληνικά
peindre
λέγεται
πενντρ
.
peindre
σημαίνει στα ελληνικά
ζωγραφίζω / βάφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rayures / défaut de peigne : γραμμώσεις χτενιού
- râteau / vateau : χτένι του αργαλειού
- murène / murène de Méditerranée : σμέρνα
- peigne : "χτένα"
- peigne : χτένι
- peigne : χτένι / προστατευτική πλάκα ξυριστικής μηχανής
- peigne / peigne à cheveux : χτένι καλλωπισμού
- peigne / outil-crémaillère : βιδολόγος / κοχλιοτόμος
- peigne / roulette d'assemblage : Περιστρεφόματος δίσκος πιασίματος γυαλιού
Subscribe
0 Comments


