Εφαρμογή του

pélerinage στα ελληνικά
pélerinage
λέγεται
πελρινάζ
.
pélerinage
σημαίνει στα ελληνικά
προσκύνημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- train de pélerins / train de pélerinage : αμαξοστοιχία ναυλωμένη από προσκυνητές
Subscribe
0 Comments