Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pelote στα ελληνικά
pelote
λέγεται
πελότ
.
pelote
σημαίνει στα ελληνικά
κουβάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pelote : κουβάρι
- boule / pelote : μεγάλο κουβάρι
- pelote : Mασσούρι
- pelote / enroulement de stratifil sans support : Συσκευασία κουβαριού χωρίς κουβαρίστρα
- pelote : πεπιεσμένη δέσμη χάρτου ή γάζας
- pelote : πελότα / κουβάρι
- verni / pelote : γυαλιστερή
- verni / pelote : κουβαριάζω
- pelote ronde : πελότα / στρογγυλό κουβάρι
Subscribe
0 Comments


