Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pelucher στα ελληνικά
pelucher
λέγεται
πλυσέ
.
pelucher
σημαίνει στα ελληνικά
χνουδιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- peluche : φιάπα
- peluche : πλούσα
- peluche / tricot bouclette : πετσετέ ύφασμα πλεκτό υφαδιού
- peluche unie : πλούσα απλής υφάνσεως
- peluche frisé / peluche bouclé : πλούσα φλοκωτή / πλούσα κατσαρωτή
- peluche coupé : κομμένη πλούσα
- peluche de lin : χνούδι λιναριού
- laine peluchée / laine pelucheuse : πολύτριχο ύφασμα / τραχύμαλλο ύφασμα
- peluche moirée : πλούσα με κυματισμούς
- peluche double : διπλή φέλπα / διπλό βελούδο
Subscribe
0 Comments


