Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

penchant στα ελληνικά
penchant
λέγεται
πανσάν
.
penchant
σημαίνει στα ελληνικά
κλίση / τάση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- penchant / inclination : ψυχική τάση / ψυχική κλίση
- col penché : κυρτωμένος λαιμός
- bague tordue / bague penchée : παραμορφωμένο στόμιο
- bident penché : βίδενς ο κρεμανθής
- chardon penché : κάρδος ο κατανεύων
- cerfeuil penché : χαιρόφυλλο το μεθυστικό
- mélique penchée : μελίνη
Subscribe
0 Comments


