Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pente στα ελληνικά
pente
λέγεται
παντ
.
pente
σημαίνει στα ελληνικά
πλαγιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pente / dénivellement : πρανές/κλιτύς
- pente / déclivité : κλίση / κλίτος
- pente / colline : επικλινής επιφάνεια / κλινοειδής απόφυση σφηνοειδούς οστού
- pente / dénivellation : κλίση διαδρόμου απογειώσεων/προσγειώσεων
- pente : κλίσις
- pente : κατωφέρεια,κλίσις,κλιτύς,πλαγιά
- déclivité / pente : κλίση κατά μήκος / κλίση
- pente : εφαπτομένη της γωνίας έλικας
- pente : κλίση
- téléski / tire-fesses : τιρφές / τελεσκί
Subscribe
0 Comments


