Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perfectionner στα ελληνικά
perfectionner
λέγεται
περφεξιονέ
.
perfectionner
σημαίνει στα ελληνικά
τελειοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- code perfectionné : προηγμένος κώδικας
- produit perfectionné / produit résultant du perfectionnement : προΜόντα που προκύπτουν από την τελειοποίηση
- produits transformés : μεταποιημένα προϊόντα
- E-AMPS / système téléphonique mobile perfectionné élargi : EAMPS / E-AMPS
- N-AMPS / système téléphonique mobile perfectionné à bande étroite : NAMPS / στενοζωνική προηγμένη υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας
- AMPS / service téléphonique mobile perfectionné : κινητή τηλεφωνική υπηρεσία σύγχρονης τεχνολογίας
- circuits perfectionnés : πολύπλοκα κυκλώματα
- satellite TIROS perfectionné : βελτιωμένος δορυφόρος TIROS
- roue élévatoire perfectionnée : βελτιωμένος ανυψωτικός υδροτροχός
- véhicule de type perfectionné : όχημα τελειοποιημένου τύπου
Subscribe
0 Comments


