Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

période στα ελληνικά
période
λέγεται
περιόντ
.
période
σημαίνει στα ελληνικά
περίοδος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- période / demi-vie : ημιζωή / χρόνος υποδιπλασιασμού
- période / longueur de cycle : περίοδος / διάρκεια περιόδου
- période / intervalle : βαθμίδα
- période : περίοδος
- période : περίοδος,χρονικόν διάστημα
- période / période d'un feu rythmé : περίοδος ενός ρυθμικού φανού
- période : περίοδος κύκλου
Subscribe
0 Comments


