Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

périphérique στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
périphérique
λέγεται
περιφερίκ
.
périphérique
σημαίνει στα ελληνικά
περιφερειακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • périphérique / unité périphérique : περιφερειακό / περιφερειακή συσκευή
  • périphérique / unité périphérique : περιφερειακό
  • jupe externe / jupe périphérique : περιφερειακό τοίχωμα
  • périphériques : περιφερειακές
  • périphéricité / caractère périphérique : περιφερειακότητα / περιφερειακός χαρακτήρας
  • arête de côté / dent latérale : πλευρική ακμή
  • périphériques : περιφερειακά
  • unité d'entrée / organe d'entrée : μονάδα εισόδου / συσκευή εισόδου
  • unité d'échange / contrôleur d'entrée-sortie : μονάδα ελέγχου περιφερειακών
  • mémoire externe / mémoire secondaire : εξωτερική μνήμη / περιφερειακή μνήμη

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments