Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

périphérique στα ελληνικά
périphérique
λέγεται
περιφερίκ
.
périphérique
σημαίνει στα ελληνικά
περιφερειακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- périphérique / unité périphérique : περιφερειακό / περιφερειακή συσκευή
- périphérique / unité périphérique : περιφερειακό
- jupe externe / jupe périphérique : περιφερειακό τοίχωμα
- périphériques : περιφερειακές
- périphéricité / caractère périphérique : περιφερειακότητα / περιφερειακός χαρακτήρας
- arête de côté / dent latérale : πλευρική ακμή
- périphériques : περιφερειακά
- unité d'entrée / organe d'entrée : μονάδα εισόδου / συσκευή εισόδου
- unité d'échange / contrôleur d'entrée-sortie : μονάδα ελέγχου περιφερειακών
- mémoire externe / mémoire secondaire : εξωτερική μνήμη / περιφερειακή μνήμη
Subscribe
0 Comments


