Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

périssable στα ελληνικά
périssable
λέγεται
περισάμπλ
.
périssable
σημαίνει στα ελληνικά
που χαλάει
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- biens périssables / biens consomptibles : αναλώσιμα αγαθά
- biens périssables / marchandises périssables : αναλώσιμα εμπορεύματα / μη διαρκή εμπορεύματα
- denrée périssable : φθαρτό προϊόν
- ATP / accord relatif aux transports internationaux de denrées périssables et aux engins spéciaux à utiliser pour ces transports : ATP / Συμφωνία για τις διεθνείς μεταφορές ευπαθών τροφίμων και για τον ειδικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για τις μεταφορές αυτές
- ATP / Accord européen relatif aux transports internationaux de denrées périssables et aux engins spéciaux à utiliser pour ces transports : ATP / ευρωπαϊκή συμφωνία για τις διεθνείς μεταφορές αλλοιώσιμων προϊόντων και για τις ειδικές μηχανές που χρησιμοποιούνται γι'αυτές τις μεταφορές
- aliment périssable : φθαρτά τρόφιμα / ευαλλοίωτα τρόφιμα
- marchandise périssable : αναλώσιμα εμπορεύματα
- conserve non périssable : κονσέρβες μη υποκείμενες σε φθορά
- marchandises périssables : αναλώσιμα εμπορεύματα
- stockage de denrées périssables / stockage de produits périssables : αποθήκευση φθαρτών προϊόντων
Subscribe
0 Comments


