Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

périssable στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
périssable
λέγεται
περισάμπλ
.
périssable
σημαίνει στα ελληνικά
που χαλάει
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • biens périssables / biens consomptibles : αναλώσιμα αγαθά
  • biens périssables / marchandises périssables : αναλώσιμα εμπορεύματα / μη διαρκή εμπορεύματα
  • denrée périssable : φθαρτό προϊόν
  • ATP / accord relatif aux transports internationaux de denrées périssables et aux engins spéciaux à utiliser pour ces transports : ATP / Συμφωνία για τις διεθνείς μεταφορές ευπαθών τροφίμων και για τον ειδικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για τις μεταφορές αυτές
  • ATP / Accord européen relatif aux transports internationaux de denrées périssables et aux engins spéciaux à utiliser pour ces transports : ATP / ευρωπαϊκή συμφωνία για τις διεθνείς μεταφορές αλλοιώσιμων προϊόντων και για τις ειδικές μηχανές που χρησιμοποιούνται γι'αυτές τις μεταφορές
  • aliment périssable : φθαρτά τρόφιμα / ευαλλοίωτα τρόφιμα
  • marchandise périssable : αναλώσιμα εμπορεύματα
  • conserve non périssable : κονσέρβες μη υποκείμενες σε φθορά
  • marchandises périssables : αναλώσιμα εμπορεύματα
  • stockage de denrées périssables / stockage de produits périssables : αποθήκευση φθαρτών προϊόντων

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments