Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

permutation στα ελληνικά
permutation
λέγεται
περμυτασιόν
.
permutation
σημαίνει στα ελληνικά
αλλαγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- permutation : αμοιβαία ανταλλαγή θέσεων εργασίας
- permutation : μετάθεσις
- échange à chaud / permutation à chaud : θερμή εναλλαγή / θερμή βυσμάτωση
- tri par permutation / tri par échange de pairs de clés : Ταξινόμηση ολίσθησης
- CP / coffret de permutation : συσκευή αντιμετάθεσης
- système de permutation : σύστημα περιστροφής
- contrat de permutation : σύμβαση ανταλλαγής
- permutation automatique : αυτόματη διασταύρωση
- permutation des présidences : αμοιβαία ανταλλαγή των Προεδριών' αμοιβαία ανταλλαγή της ... και της ... Προεδρίας
- circuit de permutation de phase : κύκλωμα αλλαγής φάσης
Subscribe
0 Comments


